Ελληνικά / C1

Το ραβδί που μιλούσε

Medium-length story

Στα πολύ παλιά χρόνια, όταν κάθε νησί του Αιγαίου αποτελούσε ξεχωριστό βασίλειο, ο βασιλιάς της Νάξου είχε μια μοναχοκόρη απαράμιλλης ομορφιάς. Όλοι οι γειτονικοί ηγεμόνες επιθυμούσαν να την παντρευτούν, γεγονός που έφερνε τον πατέρα της σε δύσκολη θέση. Αν την έδινε στον βασιλιά της Πάρου, συλλογιζόταν, εκείνοι της Τήνου, της Ίου, της Μυκόνου και των υπόλοιπων νησιών θα στρέφονταν εναντίον του.

Ζήτησε λοιπόν τη γνώμη των δώδεκα συμβούλων του. Εκείνοι πρότειναν να προσποιείται η πριγκίπισσα ότι δεν μπορεί να μιλήσει. Όποιος κατόρθωνε να της αποσπάσει έστω και μια κουβέντα μέσα σε τρεις μέρες θα κέρδιζε το χέρι της. Αν αποτύγχανε, θα αποκεφαλιζόταν μόλις έληγε η προθεσμία.

Βασιλιάδες και βασιλόπουλα κατέφθαναν ο ένας μετά τον άλλο. Κανείς όμως δεν έσπαζε τη σιωπή της. Κάθε τρεις μέρες ο βασιλιάς έπαιρνε άλλο ένα κεφάλι και το τοποθετούσε σε έναν από τους τρεις πύργους που είχε χτίσει γι' αυτόν τον σκοπό. Οι πύργοι είχαν πια γεμίσει σχεδόν μέχρι επάνω.

Ας αφήσουμε όμως για λίγο τα βασιλικά πρόσωπα κι ας περάσουμε στη Σύρο. Εκεί ζούσε μια φτωχή γριά με τον ορφανό εγγονό της. Για να τον μεγαλώσει αξιοπρεπώς, είχε μοχθήσει αδιάκοπα και είχε φτάσει ακόμη και στη ζητιανιά. Το παιδί είχε γίνει πλέον ένας όμορφος νέος. Όταν πληροφορήθηκε την παράξενη δοκιμασία της Νάξου, ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε να κάνει την πριγκίπισσα να μιλήσει.

Η γιαγιά του προσπάθησε μάταια να τον συνεφέρει. Του θύμισε πόσοι γιοι βασιλιάδων είχαν χάσει τη ζωή τους. Πώς περίμενε να επιτύχει εκείνος, ένα φτωχό και άπειρο παλικάρι; Ήταν η μόνη της χαρά και το στήριγμα των γηρατειών της. Αφού όμως διαπίστωσε πως τίποτε δεν τον μετακινούσε από την απόφασή του, τον έστειλε να αποχαιρετήσει την αδελφή της. Ήταν σοφή γυναίκα και ίσως η συμβουλή της του φαινόταν χρήσιμη.

Ο νέος πήγε, της φίλησε το χέρι και εξήγησε τον σκοπό του ταξιδιού. Ούτε εκείνη κατάφερε να τον αποτρέψει. Άνοιξε τότε ένα ντουλάπι, έβγαλε ένα ραβδί και του το παρέδωσε. Ήταν μαγικό: αρκούσε να το στηρίξει κάπου και να του απευθύνει τον λόγο, και εκείνο θα του απαντούσε.

Έχοντας το δώρο μαζί του, ο νέος μπήκε σε καράβι και ταξίδεψε στη Νάξο. Στην πύλη της βασιλικής πόλης δήλωσε πως είχε έρθει για την πριγκίπισσα. Ο αξιωματικός των φρουρών τού έδειξε τους τρεις πύργους. Περιείχαν, του είπε, τα κεφάλια όλων εκείνων που είχαν αποτύχει. Μονάχα ένα έλειπε για να συμπληρωθεί ο αριθμός.

Ο νέος απάντησε ατάραχος ότι δεν τον πείραζε αν το τελευταίο κεφάλι ήταν το δικό του. Έτσι του επέτρεψαν να δοκιμάσει. Με τη δύση του ήλιου οδηγήθηκε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας, ενώ οι φρουροί έμειναν έξω από την πόρτα.

Τη χαιρέτησε ευγενικά, αλλά εκείνη δεν γύρισε ούτε το κεφάλι. Της μίλησε για την κατάστασή του, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και συνέχισε τις εκκλήσεις μέχρι το πρωί. Όταν άνοιξαν οι πόρτες, αποχώρησε χωρίς να έχει ακούσει τη φωνή της. Τη δεύτερη νύχτα επανήλθε. Στεναγμοί, ικεσίες και παράπονα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Την τρίτη νύχτα η απελπισία του ήταν μεγάλη. Ξαφνικά θυμήθηκε τη συμβουλή της συγγένισσάς του και το ραβδί που εξακολουθούσε να κρατά. Το ακούμπησε στην πόρτα και είπε:

«Καλή μου πόρτα, αφού η πριγκίπισσα αρνείται να μου μιλήσει, μήπως θα μου απαντήσεις εσύ;»

Το ραβδί μίλησε προσποιούμενο την πόρτα. Τι να του έλεγε; Κάποτε ήταν δέντρο στο βουνό. Το έκοψαν, το πριόνισαν σε σανίδες και το πήγαν στον ξυλουργό. Εκείνος το πλάνισε και το έκανε πόρτα για το δωμάτιο της πριγκίπισσας. Από τότε δεν γνώριζε ησυχία: άνοιγε και έκλεινε όλη μέρα, ώσπου το είχαν εξαντλήσει.

Ο νέος στράφηκε στην πριγκίπισσα. Δεν άκουγε πως ακόμη και η πόρτα καταδεχόταν να του μιλήσει, ενώ η ίδια τον άφηνε να πεθάνει; Εκείνη παρέμεινε αμίλητη.

Μετέφερε τότε το ραβδί στο μεγάλο χρυσό κηροπήγιο και ζήτησε τη δική του συμπόνια. Το ραβδί απάντησε και πάλι, σαν να μιλούσε το αντικείμενο. Κάποτε ήταν μετάλλευμα μέσα στη γη. Το έλιωσαν και το παρέδωσαν στον τεχνίτη. Τώρα το έτριβαν και το γυάλιζαν αδιάκοπα, καταπονώντας το για να λάμπει.

Η αυγή άρχιζε να χαράζει. Ο νέος γνώριζε πως, αν ανέτελλε ο ήλιος χωρίς να έχει λυθεί η σιωπή της πριγκίπισσας, θα έχανε το κεφάλι του. Πλησίασε στις μύτες των ποδιών τη θέση όπου εκείνη καθόταν πάνω στα μαξιλάρια της. Χωρίς να γίνει αντιληπτός, στήριξε το ραβδί επάνω της. Έπειτα απομακρύνθηκε και της παραπονέθηκε ότι η πόρτα και το κηροπήγιο του απαντούσαν, ενώ μόνο εκείνη επέμενε να σωπαίνει.

«Ησυχία, ησυχία, νέε μου. Νυστάζω», ακούστηκε τότε το ραβδί.

Η πριγκίπισσα, νυσταγμένη και αφηρημένη, πίστεψε για μια στιγμή ότι οι λέξεις είχαν ξεφύγει από το δικό της στόμα. Θύμωσε και διαμαρτυρήθηκε:

«Δεν μίλησα!»

Ο νέος γέλασε. Είχε μιλήσει προηγουμένως ή όχι, τώρα πάντως δεν υπήρχε αμφιβολία. Ωστόσο δεν βιάστηκε να θριαμβολογήσει. Της εξήγησε ότι θα έλεγε στον βασιλιά πως η προσπάθεια είχε αποτύχει. Εφόσον τόσοι άλλοι είχαν θανατωθεί άδικα, ο πατέρας της μπορεί να οργιζόταν και να κατέστρεφε και τους δύο.

Μόλις ξημέρωσε, βγήκε από το δωμάτιο και δήλωσε στους φρουρούς ότι η πριγκίπισσα δεν είχε μιλήσει. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον βασιλιά, ο οποίος συγκάλεσε τους δώδεκα συμβούλους. Μπροστά στη συγκέντρωση, ο νέος ζήτησε να ακούσει την κρίση τους για μια άλλη υπόθεση.

Ένας παπάς, ένας ράφτης και ένας ξυλουργός, είπε, ταξίδευαν μαζί. Το βράδυ τους βρήκε σε ερημικό τόπο και κατέλυσαν σε μια μισογκρεμισμένη καλύβα. Επειδή η πόρτα της δεν ασφαλιζόταν, συμφώνησαν να αγρυπνήσουν διαδοχικά, τέσσερις ώρες ο καθένας.

Πρώτος έμεινε ξύπνιος ο ξυλουργός. Για να καταπολεμήσει τη νύστα, σκάλισε τη μορφή ενός άντρα σε έναν κορμό και την έστησε μπροστά στην καλύβα. Έπειτα ξύπνησε τον ράφτη. Αυτός είδε το ομοίωμα και υπέθεσε ότι ο σύντροφός του είχε θελήσει να του κάνει αστείο. Άνοιξε λοιπόν τον σάκο του και έντυσε τη μορφή με παντελόνι, σακάκι και σκούφο.

Όταν ήρθε η σειρά του παπά, εκείνος άναψε ένα κερί και περπατούσε διαβάζοντας το προσευχητάρι του. Μόλις αντίκρισε τον ακίνητο άντρα, τρόμαξε. Πλησιάζοντας κατάλαβε πως ήταν ξύλινος, όσο ζωντανός κι αν φαινόταν. Γονάτισε τότε και παρακάλεσε τον Θεό να του χαρίσει ζωή. Η μορφή μίλησε, έγινε άνθρωπος και το πρωί ακολούθησε τους τρεις ταξιδιώτες.

Στην πόλη κατέφυγαν στον δικαστή, γιατί ο καθένας διεκδικούσε τον καινούριο σύντροφο. Ο ξυλουργός τον είχε κατασκευάσει, ο ράφτης τον είχε ντύσει και ο παπάς τον είχε κάνει να μιλήσει. Ο νέος δήλωσε πως δεν είχε ακούσει την τελική απόφαση και ζήτησε από τον βασιλιά και τους συμβούλους να λύσουν εκείνοι τη διαφορά.

Αποφάσισαν ότι ο ξυλουργός έπρεπε να πληρωθεί για τον κόπο του και ο ράφτης για τα ρούχα. Ο άνθρωπος όμως ανήκε στον παπά που του είχε δώσει τη λαλιά.

«Τότε, σύμφωνα με τη δική σας κρίση, η πριγκίπισσα ανήκει σε μένα», αποκρίθηκε ο νέος. «Εγώ την έκανα να μιλήσει. Ρωτήστε την αν δεν είναι αλήθεια».

Έφεραν την πριγκίπισσα και εκείνη το παραδέχτηκε ενώπιον όλων. Έτσι καταργήθηκε το βασιλικό διάταγμα και ακολούθησαν γάμοι, γλέντια και μεγάλες χαρές. Ο νέος κάλεσε στο παλάτι τη γριά γιαγιά του από τη Σύρο. Κι εκείνη, που άλλοτε έτρωγε βραστά φασόλια, τώρα απολάμβανε πέρδικες.


English summary · includes the ending

A king fears that choosing a husband for his daughter will cause war. His advisers arrange a deadly contest: the princess pretends she cannot speak, and unsuccessful suitors are executed.

A poor young man decides to try. His grandmother’s sister gives him a wand that can speak.

On the third night, he makes a door and a candlestick appear to talk. Finally, he secretly places the wand against the princess. When it speaks, she angrily denies having said anything, breaking her silence.

The young man fears the king’s reaction, so he first presents a puzzle about a carpenter, a tailor and a priest who bring a wooden figure to life. The king awards the figure to the priest who gave it speech. Using their own decision, the young man claims the princess’s hand. She confirms that she spoke, and they marry. He brings his grandmother to the palace, where her poor meals are replaced by fine food.

Adapted for Lejrbår from the credited source.
Read the source