Ελληνικά / B2
Το ραβδί που μιλούσε
Πολύ παλιά, κάθε νησί του Αιγαίου είχε τον δικό του βασιλιά. Ο βασιλιάς της Νάξου είχε μια μοναχοκόρη τόσο όμορφη, που όλοι οι γειτονικοί βασιλιάδες ήθελαν να την παντρευτούν. Εκείνος όμως φοβόταν ότι, αν διάλεγε έναν, οι υπόλοιποι θα του κήρυτταν πόλεμο.
Οι δώδεκα σύμβουλοί του πρότειναν ένα σχέδιο. Η πριγκίπισσα θα προσποιούνταν ότι δεν μπορούσε να μιλήσει. Όποιος την έκανε να μιλήσει μέσα σε τρεις μέρες θα την παντρευόταν. Όποιος αποτύγχανε θα έχανε το κεφάλι του.
Πολλοί βασιλιάδες και πρίγκιπες δοκίμασαν, αλλά κανένας δεν τα κατάφερε. Ο βασιλιάς εκτελούσε όσους αποτύγχαναν στη δοκιμασία και φύλαγε τα κεφάλια τους σε τρεις πύργους. Στο τέλος οι πύργοι είχαν σχεδόν γεμίσει.
Στη Σύρο ζούσε μια φτωχή γυναίκα με τον ορφανό εγγονό της. Είχε εργαστεί σκληρά, ακόμη και ζητιανέψει, για να τον μεγαλώσει. Τώρα εκείνος ήταν πια νέος άντρας. Όταν άκουσε την ιστορία της πριγκίπισσας, αποφάσισε να δοκιμάσει κι αυτός.
Η γιαγιά του τον παρακαλούσε να μην πάει. Αφού είχαν αποτύχει τόσοι πρίγκιπες, τι ελπίδα είχε εκείνος; Ήταν η χαρά και το μοναδικό της στήριγμα. Δεν μπόρεσε όμως να τον μεταπείσει. Του είπε τουλάχιστον να αποχαιρετήσει πρώτα την αδελφή της, που ήταν σοφή και ίσως μπορούσε να τον συμβουλέψει.
Η αδελφή της γιαγιάς προσπάθησε κι εκείνη να τον σταματήσει. Όταν κατάλαβε ότι επέμενε, του έδωσε ένα μαγικό ραβδί. Αν το ακουμπούσε κάπου και του μιλούσε, εκείνο θα απαντούσε.
Ο νέος ταξίδεψε στη Νάξο και παρουσιάστηκε στην πύλη της πόλης. Ο αξιωματικός τού έδειξε τους πύργους με τα κεφάλια: μόνο ένα έλειπε ακόμη. Ο νέος δεν φοβήθηκε και ζήτησε να τον αφήσουν να προσπαθήσει.
Το πρώτο βράδυ τον οδήγησαν στο δωμάτιο της πριγκίπισσας. Οι φρουροί έμειναν έξω από την πόρτα. Εκείνος τη χαιρέτησε, της μίλησε και την παρακάλεσε να τον λυπηθεί. Εκείνη δεν γύρισε καν το κεφάλι. Το πρωί έφυγε χωρίς αποτέλεσμα. Το ίδιο συνέβη και τη δεύτερη νύχτα.
Την τρίτη νύχτα, απελπισμένος πια, θυμήθηκε το ραβδί. Το ακούμπησε στην πόρτα και είπε:
«Καλή μου πόρτα, αφού η πριγκίπισσα δεν μου μιλάει, μήπως θα μου μιλήσεις εσύ;»
Το ραβδί απάντησε σαν να ήταν η πόρτα. Κάποτε, είπε, ήταν δέντρο στο βουνό. Το έκοψαν, το έκαναν σανίδες και ένας ξυλουργός το μετέτρεψε σε πόρτα. Τώρα όλη μέρα το άνοιγαν και το έκλειναν, ώσπου το είχαν κουράσει.
Ο νέος έδειξε στην πριγκίπισσα ότι ακόμη και η πόρτα τού μιλούσε. Εκείνη συνέχισε να σωπαίνει. Έτσι μετέφερε το ραβδί σε ένα μεγάλο χρυσό κηροπήγιο.
Το κηροπήγιο, με τη φωνή του ραβδιού, διηγήθηκε τη δική του ζωή. Ήταν κάποτε μέταλλο στη γη. Το έλιωσαν, το έδωσαν σε τεχνίτη και τώρα το έτριβαν ασταμάτητα για να γυαλίζει.
Η αυγή πλησίαζε. Αν η πριγκίπισσα δεν μιλούσε πριν βγει ο ήλιος, ο νέος θα πέθαινε. Πλησίασε λοιπόν αθόρυβα και ακούμπησε το ραβδί επάνω της, χωρίς να το προσέξει. Της παραπονέθηκε ότι μόνο εκείνη αρνιόταν να του απαντήσει.
«Άφησέ με ήσυχη, νυστάζω», είπε το ραβδί.
Η πριγκίπισσα, μισοκοιμισμένη, νόμισε για μια στιγμή πως είχε μιλήσει η ίδια. Θύμωσε και φώναξε:
«Δεν μίλησα!»
Ο νέος γέλασε. Είτε είχε μιλήσει πριν είτε όχι, τώρα είχε σίγουρα μιλήσει. Ωστόσο της είπε ότι θα το κρατούσε προσωρινά μυστικό. Τόσοι πρίγκιπες είχαν πεθάνει άδικα· ο βασιλιάς μπορεί να θύμωνε και να σκότωνε και τους δυο τους.
Το πρωί είπε στους φρουρούς ότι είχε αποτύχει. Τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά και στους δώδεκα συμβούλους. Πριν κριθεί η τύχη του, τους παρουσίασε έναν άλλο γρίφο.
Ένας ξυλουργός, ένας ράφτης και ένας παπάς ταξίδευαν μαζί. Πέρασαν τη νύχτα σε μια έρημη καλύβα, της οποίας η πόρτα δεν κλείδωνε. Συμφώνησαν να φυλάξουν σκοπιά από τέσσερις ώρες ο καθένας. Ο ξυλουργός, για να μείνει ξύπνιος, σκάλισε έναν άνθρωπο από ξύλο και τον έστησε στην είσοδο.
Ο ράφτης, όταν τον είδε, τον έντυσε με παντελόνι, σακάκι και σκούφο. Ύστερα ξύπνησε τον παπά. Αυτός άναψε κερί και διάβαζε προσευχές. Βλέποντας την ξύλινη μορφή, τρόμαξε αρχικά. Μόλις κατάλαβε τι ήταν, προσευχήθηκε να της δώσει ο Θεός ζωή. Η μορφή μίλησε και έγινε άνθρωπος.
Οι τρεις συνέχισαν το ταξίδι μαζί του, αλλά άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος τον δικαιούνταν. Ο ένας τον είχε κατασκευάσει, ο άλλος τον είχε ντύσει και ο τρίτος τον είχε κάνει να μιλήσει.
Ο βασιλιάς και οι σύμβουλοι αποφάσισαν ότι ο ξυλουργός και ο ράφτης έπρεπε να πληρωθούν, αλλά ο άνθρωπος ανήκε στον παπά.
«Τότε η πριγκίπισσα ανήκει σε μένα», είπε ο νέος. «Εγώ την έκανα να μιλήσει. Ρωτήστε την!»
Η πριγκίπισσα κλήθηκε μπροστά τους και το παραδέχτηκε. Έτσι τελείωσε η σκληρή δοκιμασία και έγιναν οι γάμοι με μεγάλες γιορτές. Ο νέος έφερε τη γιαγιά του από τη Σύρο στο παλάτι. Αντί για τα βραστά φασόλια που έτρωγε άλλοτε, τώρα έτρωγε πέρδικες.
English summary · includes the ending
A king fears that choosing a husband for his daughter will cause war. His advisers arrange a deadly contest: the princess pretends she cannot speak, and unsuccessful suitors are executed.
A poor young man decides to try. His grandmother’s sister gives him a wand that can speak.
On the third night, he makes a door and a candlestick appear to talk. Finally, he secretly places the wand against the princess. When it speaks, she angrily denies having said anything, breaking her silence.
The young man fears the king’s reaction, so he first presents a puzzle about a carpenter, a tailor and a priest who bring a wooden figure to life. The king awards the figure to the priest who gave it speech. Using their own decision, the young man claims the princess’s hand. She confirms that she spoke, and they marry. He brings his grandmother to the palace, where her poor meals are replaced by fine food.
Adapted for Lejrbår from the credited source.
Read the source