Ελληνικά / C1

Ο Αλέξανδρος και ο Βουκεφάλας

Short story

Ο Φιλόνικος ο Θεσσαλός παρουσίασε κάποτε στον Φίλιππο τον Βουκεφάλα, προσφέροντας να του πουλήσει το άλογο για δεκατρία τάλαντα. Για να δοκιμάσουν το ζώο, ο βασιλιάς και οι άνθρωποί του κατέβηκαν στην πεδιάδα. Η συμπεριφορά του, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική ήταν: φαινόταν εξαιρετικά δύστροπο και σχεδόν αδύνατο να το χειριστούν.

Ο Βουκεφάλας δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον καβαλικέψει. Δεν ανεχόταν ούτε τη φωνή κάποιου από τους ανθρώπους του Φιλίππου, αλλά αντιδρούσε επιθετικά σε όλους. Ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε και διέταξε να τον πάρουν από μπροστά του. Στα μάτια του ήταν ένα ζώο εντελώς άγριο, που δεν δεχόταν κανέναν έλεγχο.

Ο Αλέξανδρος, παρών στη δοκιμή, διαμαρτυρήθηκε: τι εξαιρετικό άλογο έχαναν, επειδή τους έλειπαν η πείρα και το θάρρος να το αξιοποιήσουν! Ο Φίλιππος αρχικά δεν σχολίασε την παρατήρηση. Επειδή όμως ο γιος του επανερχόταν επίμονα στο ίδιο θέμα και έδειχνε μεγάλη ταραχή, αποφάσισε να του απαντήσει.

Τον ρώτησε αν τολμούσε να επικρίνει τους μεγαλύτερούς του με την πεποίθηση ότι ο ίδιος γνώριζε περισσότερα ή ότι μπορούσε να χειριστεί καλύτερα ένα άλογο. Ο Αλέξανδρος δεν υποχώρησε. Το συγκεκριμένο άλογο, τουλάχιστον, υποστήριξε ότι θα μπορούσε να το οδηγήσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον.

Ο Φίλιππος θέλησε τότε να μάθει ποια συνέπεια ήταν έτοιμος να δεχτεί για την τόλμη του, αν αποτύγχανε. Ο Αλέξανδρος δεσμεύτηκε να καταβάλει ο ίδιος ολόκληρο το αντίτιμο του ζώου. Η απάντηση προκάλεσε γέλια στους παρευρισκομένους. Αφού όμως πατέρας και γιος καθόρισαν τη συμφωνία τους για τα χρήματα, ο Αλέξανδρος έτρεξε αμέσως προς τον Βουκεφάλα.

Έπιασε τα χαλινάρια και τον έστρεψε κατά πρόσωπο στον ήλιο. Όπως φαίνεται, είχε παρατηρήσει αυτό που αναστάτωνε το ζώο: η δική του σκιά έπεφτε μπροστά του και κινούνταν διαρκώς στο έδαφος. Αλλάζοντας την κατεύθυνσή του, απομάκρυνε από μπροστά του εκείνη την εικόνα που το φόβιζε.

Τον ηρέμησε λίγο και τον χάιδεψε. Βλέποντάς τον γεμάτο δύναμη και ορμή, άφησε ήσυχα να πέσει η χλαμύδα του, το εξωτερικό ρούχο που φορούσε στους ώμους. Έπειτα, με ένα ανάλαφρο πήδημα, βρέθηκε σταθερά καθισμένος στην πλάτη του.

Στην αρχή τον συγκράτησε με ελαφριά πίεση στα χαλινάρια, χωρίς να τον χτυπά ή να του τραβά απότομα το στόμα. Όταν διέκρινε ότι ο φόβος είχε πια υποχωρήσει και το άλογο ανυπομονούσε να τρέξει, το άφησε να κινηθεί ελεύθερα. Τότε πια το παρότρυνε με εντονότερη φωνή και με πίεση των ποδιών του.

Ο Φίλιππος και η συνοδεία του είχαν παρακολουθήσει την προσπάθεια μέσα σε σιωπή και αγωνία. Όταν όμως ο Αλέξανδρος έστριψε όπως έπρεπε και κατευθύνθηκε ξανά προς το μέρος τους, χαρούμενος και περήφανος, οι υπόλοιποι ξέσπασαν σε επευφημίες. Ο πατέρας του, σύμφωνα με την αφήγηση, έφτασε να δακρύσει από χαρά.

Μόλις ο Αλέξανδρος κατέβηκε από το άλογο, ο Φίλιππος τον φίλησε στο κεφάλι. «Παιδί μου», του είπε, «αναζήτησε ένα βασίλειο αντάξιό σου. Η Μακεδονία δεν σε χωράει».


English summary · includes the ending

A man offers King Philip a horse named Bucephalus. Philip and his companions test it, but nobody can ride it. The king orders them to take the animal away. His son Alexander protests that they are losing an excellent horse because they lack the skill and courage to handle it.

Challenged by his father, Alexander promises to pay the horse's price if he fails. The others laugh, but an agreement is made. Alexander turns the horse towards the sun because he has noticed that its own moving shadow frightens it. He calms it, strokes it, and mounts. He controls it gently, then allows it to run when its fear has passed.

Philip and his companions watch anxiously. When Alexander turns and returns successfully, everyone cheers. Philip weeps with joy and kisses his son. He tells Alexander to seek a kingdom worthy of him, since Macedonia is too small.

Adapted for Lejrbål from the credited source.
Read the source